Follow by Email

Σάββατο, 14 Απριλίου 2018

Το κυνήγι του δαίμονα - Μέρος 5ο



Μέρος 5ο: Το αναπάντεχο, τελικό κομμάτι του παζλ και ο αέναος κύκλος



Κυριακή 15:30μμ

Είχε αρχίσει να προχωράει γρήγορα τώρα μιας και η βροχή όλο και δυνάμωνε. Προσπαθούσε να κινείτε όσο το δυνατόν κάτω από τα υπόστεγα. Στην μισή διαδρομή ως το σπίτι του Τζον δεν μπορούσε να σταματήσει να μουρμουράει για την τρομακτική αφέλεια της "δεσποινίς" Φρανσέσκας. Στα σίγουρα, σκέφτηκε, πως ο Φρεντ Μαλόουν θα ήταν εραστής της. Σταμάτησε να μουρμουράει μόνο όταν αντιλήφθηκε πως είχε αρχίσει να μιλάει στον εαυτό του δυνατά σαν κανένας τρελός. Στην υπόλοιπη διαδρομή προσπαθούσε να ανασύρει από τα βάθη της μνήμης του το όνομα Μαλόουν, δεν μπορούσε καθόλου να τον θυμηθεί. Θα ήταν κάποια μετάθεση αστραπή από τις πολλές που γίνονται.
Όταν έφτασε τελικά έξω από το σπίτι του Τζον Φλάβιο η βροχή είχε αρχίσει να πέφτει ασταμάτητα. Για καλή του τύχη πάνω από την πόρτα υπήρχε ένα αρκετά βολικό στέγαστρο. Χτύπησε το κουδούνι της πόρτα και περίμενε. Ύστερα από λίγο η πόρτα άνοιξε και από πίσω κοντοστάθηκε η γερασμένη φιγούρα του Τζον. Βλέποντας στο κατώφλι του τον Τζακ παραμέρισε για να τον αφήσει να περάσει γρήγορα μέσα στο σπίτι. Ο Τζακ τινάχτηκε σαν το σκυλί και πέρασε μέσα, έβγαλε την βρεγμένη καμπαρντίνα του και την έδωσε στον Τζον, ο οποίος με την σειρά του την άφησε πάνω σε μια καρέκλα δίπλα στο τζάκι ώστε να στεγνώσει γρήγορα.
«Πες μου πως έχεις έτοιμα τα αποτελέσματα», του είπε ο Τζακ μπαίνοντας κατευθείαν στο ψητό και γεμάτος ανυπομονησία. Είχε έρθει πολύ νωρίτερα από το αναμενόμενο.
Για καλή του τύχη ο Τζον απλώς έγνεψε θετικά. Απ’ ότι φαινόταν δεν είχε και πολλά κέφια, όμως αυτό ήταν κάτι που το περίμενε ο Τζακ, ποιος άλλωστε θέλει να τον ενοχλούν Κυριακάτικα και πόσο μάλλον όταν προσπαθεί να ξεκουραστεί. Έλα όμως που στην μέση ήταν αυτή η παλιουπόθεση. Όταν όλο αυτό θα τελείωνε θα του έπαιρνε ένα μπουκάλι από το αγαπημένο του μαλτ ουίσκι. Προχώρησαν προς το μεγάλο σαλόνι του σπιτιού και κάθισαν αναπαυτικά στις καρέκλες. Πάνω στο τραπέζι υπήρχε ήδη μια κανάτα με καφέ και ο Τζον σέρβιρε, χωρίς καν να ρωτήσει, τον Τζακ.
«Λοιπόν, η υπόθεση σου μου χάλασε όλη την μέρα. Από το πρωί έχω χαθεί στον υπολογιστή να κοιτάω αμέτρητες βάσεις δεδομένων».
«Βρήκες τουλάχιστον κάτι χειροπιαστό, κάποιο όνομα;», είπε ο Τζακ χωρίς να δώσει σημασία στον φανερό εκνευρισμό του Τζον.
«Ναι. Παρόλα αυτά δεν μπόρεσα να βρω κάποια σύνδεση με το παρελθόν του, σε καμία βάση δεδομένων», ο Τζακ πραγματικά κρεμόνταν από τα χείλη του τώρα. «Το όνομα του λοιπόν», έβγαλε το σημειωματάριο του και φόρεσε τα γυαλιά του, «είναι Φρεντ Μαλόουν».
Ο Τζακ σάστισε. Αυτό το όνομα είχε αναφερθεί από την υπεύθυνή του μουσείου και αυτός ήταν σχεδόν πεπεισμένος πως ήταν πιο κοντά στην λύση της υπόθεσης. Όμως η ετυμηγορία του Τζον έφερε τα πάνω κάτω. Έπρεπε να μάθει περισσότερα για το παρελθόν του Φρεντ Μαλόουν. Σίγουρα θα έβρισκε πληροφορίες στην βάση δεδομένων της αστυνομίας, θα μπορούσε να ζητήσει και την βοήθεια του αρχηγού. Ήπιε τον καφέ μονορούφι, ένα ουίσκι στην προκειμένη περίπτωση θα του έκανε καλό, και σηκώθηκε από την καρέκλα. Ευχαρίστησε μηχανικά τον Τζον, πήρε από την καρέκλα την καμπαρντίνα του που είχε στεγνώσει τώρα και βγήκε έξω από το σπίτι. Η ροή της βροχής είχε επιστρέψει στα αποδεκτά όρια της ψιχάλας. Χαιρέτησε και πάλι τον Τζον και ξεκίνησε να προχωράει κάτω από τα υπόστεγα προς τα κεντρικά της αστυνομίας.



Κυριακή 17:00μμ

Έφτασε έξω από το τμήμα βρεγμένος μέχρι το κόκαλο. Η ροή της βροχής συνεχώς αυξομείωνε και σε κάποια στιγμή ο δρόμος ξέμεινε από υπόστεγα. Παρόλα αυτά κοντοστάθηκε για λίγο ώστε να θαυμάσει το μεγαλοπρεπές κτίριο που στέγαζε το τμήμα, πάντα του προκαλούσε δέος. Μπήκε μέσα και έβγαλε γρήγορα την καμπαρντίνα του και την πέταξε πάνω σε μια καρέκλα. Το τμήμα σήμερα, όπως και κάθε Κυριακή, θύμιζε έρημο τοπίο. Μόνο ορισμένοι υπηρεσιακοί καθόντουσαν βαριεστημένα στα γραφεία τους περιμένοντας εναγωνίως την αλλαγή βάρδιας. Στην προκειμένη περίπτωση αυτό ήταν κάτι που εξυπηρετούσε τον Τζακ μιας και θα έκανε ανενόχλητος τον έλεγχο του στην βάση δεδομένων. Προχώρησε προς το παλιό του γραφείο που τώρα ήταν άδειο, οι αστυνομικοί που καθόντουσαν στα γραφεία τους ούτε που αντιλήφθηκαν την παρουσία του. Κάθισε στην καρέκλα του γραφείου και άνοιξε τον υπολογιστή. Στην οθόνη εμφανίστηκε το λογότυπο της αστυνομίας, από κάτω ένα πλαίσιο ζήταγε τα στοιχεία εισόδου. Έψαξε γύρω από την περιοχή του πληκτρολογίου και της οθόνης, κάτω από το πληκτρολόγιο βρήκε ένα κίτρινο ποστ-ιτ με τα στοιχεία που ζητούσε ο υπολογιστής. Τα πληκτρολόγησε και περίμενε να φορτώσει, συγχρόνως έριχνε κλεφτές ματιές μήπως και οι βαριεστημένες φιγούρες αποφάσιζαν να έρθουν προς το μέρος του. Μπήκε στην βάση δεδομένων και πληκτρολόγησε το όνομα του Φρεντ Μαλόουν, η μπάρα αναζήτησης άρχισε να γεμίζει και φωτογραφίες πέρναγαν γρήγορα μπροστά του. Η αναζήτηση κάποια στιγμή σταμάτησε και μία φωτογραφία εμφανίστηκε στην οθόνη που μάλλον θα ήταν και αυτή του Μαλόουν. Πάτησε με τον κέρσορα επάνω της και μία καρτέλα άνοιξε παράλληλα με την φωτογραφία με τα στοιχεία του Φρεντ Μαλόουν.
Ο Τζακ σάρωσε με τον κέρσορα τις πληροφορίες της καρτέλας, ήταν φανερά ελλείπεις. Δεν υπήρχαν βασικές πληροφορίες, ούτε ημερομηνία γέννησης, ούτε που έμενε αλλά ούτε και πως είχε καταλήξει σε αυτό το αστυνομικό τμήμα. Προχώρησε προς τα κάτω για να δει σε ποιες υποθέσεις είχε πάρει μέρος. Τελικά μόνο σε μία υπόθεση είχε πάρει μέρος, ήταν φρέσκος στο τμήμα, μπορεί και να ήταν εδώ κάτι λιγότερο από ένα μήνα. Ίσως για αυτό δεν υπήρχαν αρκετά στοιχεία στην καρτέλα του, σκέφτηκε ο Τζακ. Άνοιξε το αρχείο της υπόθεσης. Είχε γίνει μια ληστεία στο μουσείο πριν μία βδομάδα και απ’ ότι φαινόταν την είχε αναλάβει αυτός μαζί με τον αρχηγό. Τα πράγματα γινόντουσαν πραγματικά περίεργα, για ποιο λόγο ο αρχηγός να έχει αναμιχθεί σε μια υπόθεση ληστείας και μάλιστα με έναν απλό και νέο στο τμήμα αστυνομικό. Το πιο κυριότερο όμως ήταν γιατί δεν είχαν πει τίποτα για αυτό, ούτε ο αρχηγός αλλά ούτε και η υπεύθυνη του μουσείου. Έξυσε το κεφάλι του χαζεύοντας την οθόνη, τα πάντα γύριζαν, εκεί που νόμιζε πως έβρισκε την άκρη του νήματος, εκεί την έχανε και ξανά από την αρχή. Ο αρχηγός σίγουρα κάπως ήταν αναμιγμένος σε αυτό το φονικό, όμως ποιος ο λόγος να ζητήσει τις  υπηρεσίες του. Σηκώθηκε από την καρέκλα και κίνησε προς το γραφείο του αρχηγού. Χτύπησε μία φορά την πόρτα και κατευθείαν πήγε να την ανοίξει, ήταν κλειδωμένη. Παράξενο, σκέφτηκε ο Τζακ. Έβγαλε από την τσέπη του τα αγαπημένα του εργαλεία παραβίασης και, ρίχνοντας συνεχώς ματιές πίσω του, άνοιξε με ευκολία την πόρτα. Το γραφείο μέσα ήταν ανάστατο, τα στόρια ήταν κλειστά και το μοναδικό φως προερχόταν από την αναμμένη οθόνη του υπολογιστή. Η μυρωδιά μέσα στο γραφείο ήταν πραγματικά περίεργη, στον Τζακ θύμιζε την περίεργη μυρωδιά θειαφιού. Πήγε προς το γραφείο του. Τα πάντα ήταν πεταμένα στο πάτωμα και επάνω υπήρχε μόνο ένα κομμάτι χαρτί, η οθόνη του υπολογιστή ήταν μπλε και μόνο ένα μικρό εικονίδιο με έναν φάκελο φαινόταν. Ο Τζακ πήρε στα χέρια του το χαρτί και με την βοήθεια της οθόνης προσπάθησε να το διαβάσει.
"Τζακ, συγνώμη που σε έμπλεξα σ ‘αυτήν την υπόθεση. Ακόμα και τώρα μου είναι πολύ δύσκολο να αντισταθώ σε αυτόν που με διατάζει. Πιστεύω πως θα βρεις κάποια λύση πριν να είναι πολύ αργά, πριν σταματήσω να τον περιορίζω. Τα πάντα μέσα μου καίνε. Όταν με ξαναδείς Τζακ να πρ..."
Η γραφή σταμάτησε απότομα. Τι περίεργα πράγματα του έγραφε ο αρχηγός. Στο μυαλό του ήρθαν τα λόγια του γέρο-Μπακ. Θα μπορούσαν όλα αυτά που έλεγε να είναι τελικά αλήθεια και αυτός που διατάζει τον αρχηγό να είναι ο δαίμονας; Χωρίς να χάσει καθόλου χρόνο άνοιξε και τον φάκελο στον υπολογιστή. Μέσα υπήρχε ένα αρχείο φωτογραφίας και ένα κειμένου. Άνοιξε πρώτα του κειμένου. Μέσα υπήρχε μια ενδελεχή αναφορά της υπόθεσης κλοπής στο μουσείο. Από εκεί είχε κλαπεί ένα αρχαίο μενταγιόν το οποίο μόλις είχε παραληφθεί από το μουσείο. Την υπόθεση την είχε αναλάβει ο Φρεντ Μαλόουν, ο οποίο απ’ ότι φαίνεται είχε ζητήσει αποκλειστικά την βοήθεια του αρχηγού στην υπόθεση. Ο Τζακ στη συνέχεια άνοιξε την φωτογραφία. Μπροστά του είδε τώρα το ίδιο μενταγιόν που είχε δει στα σκονισμένα βιβλία του γέρο-Μπακ, το ίδιο σχέδιο που ήταν χαραγμένο πάνω στο στέρνο του Φρεντ Μαλόουν και το ίδιο που ήταν ζωγραφισμένο στους τοίχους της σκηνής και του γραφείου του.
Όλες οι γραμμές είχαν αρχίσει να συνδέονται στο κεφάλι του, τα πάντα τώρα είχαν αρχίσει να βγάζουν κάποιο νόημα. Έπρεπε να φύγει γρήγορα, έπρεπε να βρει τον αρχηγό πριν να είναι πολύ αργά.

Κυριακή 20:00μμ

Βγήκε έξω από το τμήμα. Η βροχή είχε σταματήσει τελείως και τώρα είχε ξεκινήσει ένας μανιασμένος αέρας. Η πανσέληνος φώτιζε τον σκοτεινό υγρό δρόμο κάνοντας τον να μοιάζει σαν μια ενιαία μαρκίζα θεάτρου. Θα πήγαινε να βρει τον αρχηγό στο σπίτι του, ήλπιζε πως όλα αυτά θα ήταν ένα άσχημο παιχνίδι, κατά βάθος γνώριζε πως έκανε λάθος όμως. Το σπίτι του αρχηγού δεν ήταν πολύ μακριά, κάπου ανάμεσα στο δικό του σπίτι και στο τμήμα. Σε όλη την διαδρομή ένιωθε πως κάποιος τον παρακολουθούσε, το καταλάβαινε από τις τρίχες του σβέρκου του που είχαν σηκωθεί. Με το ένα χέρι πάνω στο όπλο του συνέχισε να προχωράει μέσα στο σκοτάδι.
Λίγο πριν φτάσει στο σπίτι του αρχηγού άκουσε κάποιον να φωνάζει το όνομα του. Γύρισε, πίσω του ακριβώς στεκόταν μια ανδρική φιγούρα, το κεφάλι ήταν καλυμμένο με μια κουκούλα και το δεξί χέρι ήταν δεμένο με έναν βρώμικο επίδεσμό. Ο Τζακ έβγαλε το όπλο του και το έστρεψε προς τον άγνωστο που είχε απέναντι του. Ο άγνωστος έβγαλε την κουκούλα και τότε ο Τζακ είδε πως μπροστά του στεκόταν ο αρχηγός.
«Αρχηγέ εσένα έψαχνα», είπε ο Τζακ συνεχίζοντας να τον σημαδεύει με το όπλο του.
«Το ξέρω Τζακ, ελπίζω να διάβασες το σημείωμα που σου άφησα».
«Πες μου τι ακριβώς συνέβη;»
Τότε ο αρχηγός έντονα καταβεβλημένος άρχισε να του εξηγεί.
«Αυτός ο Φρεντ Μαλόουν ήρθε από το πουθενά με μια υπόθεση κλοπής και ζήτησε την βοήθειά μου. Η συμπεριφορά του όμως ήταν αλλοπρόσαλλή, δεν μπορούσα να τον βοηθήσω με κανένα τρόπο. Έπρεπε υποτίθεται να βρούμε ένα μενταγιόν που είχε κλαπεί από το μουσείο για το οποίο όμως δεν είχαμε το παραμικρό στοιχείο. Κατάφερα να το βρω τελικά, αυτός ήταν που το είχε κλέψει».
«Καλά όλα αυτά που μου λες αρχηγέ, όμως τότε πως πέθανε και γιατί δεν μου τα είπες όλα αυτά από την αρχή;»
«Τζακ σε παρακαλώ μη ρωτάς περισσότερα, το νιώθω να με υπερνικά...»
Ο αρχηγός κουλουριάστηκε και μια περίεργη λάμψη βγήκε από το σώμα του. Ο Τζακ άρχισε να κάνει σαστισμένος βήματα προς τα πίσω έχοντας συνεχώς επάνω στον αρχηγό στραμμένο το όπλο του. Ο αρχηγός σηκώθηκε, το πρόσωπο του ήταν αλλαγμένο, τα μάτια του είχαν γίνει κόκκινα και άρχισε να γρυλίζει με μια πολύ βαριά φωνή. Ο Τζακ στον λαιμό του είδε να κρέμεται το καταραμένο μενταγιόν και πήγε να τον πυροβολήσει. Με μια αστραπιαία κίνηση ο αρχηγός του χτύπησε το χέρι κάνοντας το όπλο να πέσει στο δάπεδο. Ένα άλλο δυνατό χτύπημα τον έστειλε πεσμένο στο πεζοδρόμιο ψιλοζαλισμένο. Το δεξί χέρι του αρχηγού που ήταν καλυμμένο με επιδέσμους άρχισε τότε να πυρώνει και να παίρνει φωτιά. Άρχισε να εμφανίζεται στο χέρι η ίδια αρχαία σφύρα που είχε οραματιστεί ο ίδιος. Ο Τζακ είδε το όπλο που ήταν πεσμένο παραδίπλα και μπουσουλώντας ξεκίνησε για να το πιάσει. Όταν έφτασε δίπλα στο όπλο η σφύρα είχε πλέον σχηματιστεί στο χέρι του αρχηγού ο οποίος τώρα τον πλησίαζε απειλητικά .Έπιασε με το αριστερό του χέρι το όπλο, το δεξί είχε σπάσει από το χτύπημα, και προσπάθησε να τον σημαδέψει. Έριξε δύο σφαίρες προς το πρόσωπο του αρχηγού. Ακούστηκε τότε μια δυνατή υπόκωφη κραυγή και ένα εκτυφλωτικό φως βγήκε από το σώμα του που κάλυψε τα πάντα.

Δευτέρα 10:00πμ

Ο Τζακ άνοιξε τα μάτια του με δυσκολία, είδε την ώρα και ξαναέπεσε. Δεν μπορούσε να θυμηθεί τι είχε γίνει χθες και πως βρέθηκε στο κρεβάτι του. Όλο του το κορμί πονούσε και ιδιαίτερα το χέρι του. Το σήκωσε για να το δει, πλέον δεν ήταν σπασμένο όμως μια περίεργη κοκκινίλα είχε απλωθεί γύρω από την περιοχή της παλάμης, σαν έγκαυμα. Σηκώθηκε απότομα από το κρεβάτι θέλοντας να ξυπνήσει από τον εφιάλτη. Κάτι ένιωθε μέσα στην τσέπη του παντελονιού του. Έβαλε το χέρι μέσα και έβγαλε το μενταγιόν. Χωρίς να προλάβει να κάνει τίποτα το μενταγιόν αιωρήθηκε και με δύναμη κόλλησε στο λαιμό του.

Ο καταραμένος κύκλος συνεχίζονταν, δεν μπορούσε κανένας να τον σταματήσει.



Τέλος

Πέμπτη, 12 Απριλίου 2018

The Versatile blogger award




Καλημέρα λοιπόν και από μένα και χρόνια πολλά σε όλους με υγεία και ευτυχία. Ώρα για ένα μικρό, ευχάριστο διάλειμμα από τις ιστορίες μου.
Όντας πολύ πρόσφατος στην υπέροχη αυτή γειτονία των bloggers δέχτηκα πολύ αγάπη από ανθρώπους που δεν γνώριζα,με ανησυχίες και ενδιαφέροντα παραπλήσια με τα δικά μου.
Ένας εξ αυτών ο Τάκης, https://plus.google.com/109775424788394019645, που από το υπέροχο του blog, https://takis20282215.blogspot.gr, παρουσιάζει ταινίες πραγματικά αστέρια και σκαρώνει υπέροχες δημοσκοπήσεις ταινιών.
Παίρνω λοιπόν από τον Τάκη την σκυτάλη για να σας πω λίγα πράγματα και για μένα:

Λίγα λόγια για μένα:  Με λένε Γιώργο και είμαι 36 χρονών. Μηχανικός σε ποντοπόρα πλοία στο επάγγελμα έχω ταξιδέψει αρκετά, όχι φυσικά όπως θα ήθελα. Οι καλλιτεχνικές ανησυχίες υπήρξαν έντονες από πολύ νωρίς και ιδιαίτερα το γράψιμο και η φωτογραφία.

Αγαπημένα βιβλία: Θα μπορούσα να γράψω πάρα πολλά για τα αγαπημένα μου βιβλία. Λατρεύω τα καλογραμμένα αστυνομικά και μυστηρίου. Όμως η λογοτεχνία φαντασίας μου έχει κλέψει την καρδιά. Στους κόσμους του Χ.Φ.Λάβκραφτ καθώς και του Τέρι Πράτσετ μπορώ να χαθώ για πάντα. Κάτσε όμως αγαπημένα βιβλία είπαμε; Ε  λοιπόν οποιοδήποτε σίγουρα από τους προαναφερθέντες κυρίους.

Αγαπημένο τραγούδι:  Θα είμαι κοντά σου όταν με θες, του Αλκίνοου Ιωαννίδη. Αν και μπορώ να γράψω απανωτές αράδες με αγαπημένα τραγούδια.

Αγαπημένη ταινία: V for vendetta, τρομερή ταινία. Και εδώ πάλι θα μπορούσα να γράψω αράδες στις αράδες, δεν είναι και τόσο δίκαιο για τις υπόλοιπες εξίσου αγαπημένες; μου ταινίες.

Μεγαλύτερη ανατροπή:  Όταν ανακοίνωσα στη γυναίκα μου μέσα από το καράβι ότι της έχω μια έκπληξη και θα της την πω όταν γυρίσω. Περίμενε το αδιανόητο, τελικά της είπα πως είχα γράψει ένα βιβλίο, δεν το περίμενε και φυσικά το αγάπησε.

Τι με νευριάζει και τι με ηρεμεί: Η κοροϊδία, ιδιαίτερα μπροστά στα μούτρα μου. Με ηρεμεί ένας ήχος, μία εικόνα, μία αγκαλιά, αναλόγως την περίσταση.
\
Ένα ρήμα που με αντιπροσωπεύει: Παρατηρώ

Αυτά λοιπόν. Ελπίζω να μη σας κούρασα και να σας έδωσα ορισμένες βασικές πληροφορίες για μένα. Και πάλι ευχαριστώ τον αγαπητό Τάκη και χαίρομαι πραγματικά που ανακάλυψα αυτήν την όμορφη και αγαπητή blogοπαρέα.

Οι κανόνες του παιχνιδιού:
If you are nominated, you’ve been awarded the Versatile Blogger award.
  •  Thank the person who gave you this award. That’s common courtesy.
  •  Include a link to their blog. That’s also common courtesy — if you can figure out how to do it.
  •  Next, select 15 blogs/bloggers that you’ve recently discovered or follow regularly. ( I would add, pick blogs or bloggers that are excellent!)
  •  Nominate those 15 bloggers for the Versatile Blogger Award — you might include a link to this site.
  •  Finally, tell the person who nominated you 7 things about yourself.

Την σκυτάλη θα την παραδώσω σε ορισμένα εκπληκτικά blogs που ανακάλυψα στην σύντομη διαμονή μου εδώ. Και εδώ πάλι θα μπορούσα να αναφέρω άλλα τόσα,συγνώμη.


Δευτέρα, 9 Απριλίου 2018

Το κυνήγι του δαίμονα-Μέρος 4ο




Μέρος 4ο: Το πολυσύνθετο παζλ



Όλη την υπόλοιπη νύχτα την έβγαλε στο γραφείο του. Ήταν πολύ ανήσυχος για να μπορέσει να κοιμηθεί, προσπαθούσε να βρει μια ενιαία σύνδεση για όλα τα γεγονότα ως τώρα. Τέσσερα ποτήρια ουίσκι μετά τα νεύρα του και οι ανησυχίες του είχαν κατευνάσει, και αποκοιμήθηκε πάνω στην στοίβα από χαρτιά.

Κυριακή 4:00πμ
Ένας περίεργος και ανατριχιαστικός θόρυβος τον ξύπνησε. Σηκώθηκε με ταραχή και ενστικτωδώς σήκωσε το τηλέφωνο. Βούιζε, κανείς δεν ήταν στην γραμμή. Κοίταξε το ρολόι του, ήταν 4 το πρωί, σηκώθηκε όρθιος και πήγε προς την πόρτα του γραφείου του και την άνοιξε. Έξω επικρατούσε σκοτάδι, άνοιξε τον διακόπτη για το φως όμως εκείνο δεν άναψε. Σκέφτηκε πως πάλι θα είχε καεί καμία λάμπα. Πήγε πάλι μέσα και πήρε τον φακό του. Βγήκε πάλι έξω και με την βοήθεια του φακού τώρα προσπαθούσε να δει μες στο σκοτάδι. Όπως έπεφτε η δέσμη του φακού πάνω στους τοίχους μπόρεσε να διακρίνει αμυδρά ένα σχέδιο πάνω στον τοίχο. Υπέθεσε πως τίποτα παλιόπαιδα θα είχαν μπει μέσα στο κτίριο και έκαναν κανένα γκράφιτι. Πλησίασε προς τον τοίχο με το σχέδιο. Όσο πιο κοντά πλησίαζε τόσο πιο καθαρό γινόταν. Πλέον μπορούσε να το διακρίνει πεντακάθαρα και η καρδιά του άρχισε να χτυπάει γρήγορα. Μπροστά του είχε το ίδιο ακριβώς σχέδιο του περίεργου μενταγιόν που είχε βρει και στη σκηνή του φόνου. Είχε ακριβώς την ίδια υφή με εκείνο που είχε δει και ακριβώς το ίδιο κοκκινόμαυρο χρώμα. Πλησίασε το πρόσωπο του και το μύρισε, είχε την ίδια ακριβώς μυρωδιά θειαφιού. Όποιος και αν κρυβόταν πίσω απ’ όλα αυτά γνώριζε για την ανάμιξη του και σίγουρα η συγκεκριμένη κίνηση υπήρξε ένα είδος προειδοποίησης.
Με ένα λεπίδι έξυσε μέσα σ ’ένα πλαστικό σακουλάκι λίγο από το σχέδιο του τοίχου, θα το πήγαινε για ανάλυση. Σιχτίριζε τον εαυτό του που δεν το είχε κάνει από πριν, όμως αυτή την φορά δεν μπορούσε να συνδέσει που είχε βρεθεί το κόκκινο χρώμα εφόσον δεν υπήρχε κανένα νεκρό πτώμα εκεί κοντά.

Κυριακή 8:00πμ
Ώσπου να ξημερώσει την έβγαλε καθισμένος στην καρέκλα του γραφείου του, οι σκέψεις του τον τρέλαιναν. Άνοιξε το μικρό του βιβλίο τις επαφές του, γνώριζε έναν έμπιστο φίλο του που θα μπορούσε να βρει την σύνθεση του σχεδίου στον τοίχο.
Βγήκε έξω από το κτίριο, ο δρόμος ήταν πολύ ήσυχος. Ο κόσμος προσπαθούσε να ηρεμήσει μετά από μια δύσκολη βδομάδα, όλοι δηλαδή εκτός από τον ίδιο. Ο ουρανός ήταν μουντός και τα σύννεφα πυκνά και μαύρα, προμήνυαν βροχή σίγουρα και ήλπιζε τουλάχιστον να μην τον πετύχει. Θα πήγαινε να βρει έναν παλιό του συνεργάτη από τα ένδοξα χρόνια της δουλείας του στην αστυνομία. Δούλευε ως χημικός σε ένα παλιό εργοστάσιο και είχε και ένα προσωπικό εργαστήριο στο σπίτι του. Ήταν γνωστός για την γρηγοράδα του και για την ακρίβεια στα αποτελέσματα του.
Έφτασε έξω από την πόρτα του σπιτιού του. Αμφιταλαντευόταν για το αν έπρεπε να χτυπήσει το κουδούνι, ήταν πολύ νωρίς και άλλωστε ήταν Κυριακή, μέρα ξεκούρασης. Όμως δε μπορούσε να ηρεμήσει, έπρεπε να τελειώσει την υπόθεση, όσο προχωρούσε και μπέρδευε τόσο του βασάνιζε το μυαλό και το πρωινό αναπάντεχο ξύπνημα του σίγουρα δε βοηθούσε την κατάσταση. Χωρίς άλλους ενδοιασμούς χτύπησε μία φορά το κουδούνι και περίμενε. Πρέπει να πέρασαν κάτι λιγότερο από πέντε λεπτά, ήταν έτοιμος να χτυπήσει και δεύτερη φορά το κουδούνι, όταν άκουσε να γυρίζει η κλειδαριά της πόρτας. Άνοιξε η πόρτα και από πίσω εμφανίστηκε η γνώριμη φιγούρα του Ιαν Μπανκς. Φόραγε τις πιτζάμες του ακόμα, το πρόσωπο του ήταν αγουροξυπνημένο και τα μαλλιά του ανάκατα. Ο Ιαν προσπάθησε να ανοίξει με δυσκολία τα μάτια του. Με το που αντίκρισε τον Τζακ μπροστά του έβγαλε έναν βαθύ αναστεναγμό.
«Μα καλά εσύ δε κοιμάσαι καθόλου;» του είπε χωρίς στην πραγματικότητα να ζητάει μία απάντηση, απλά ήλπιζε να γύριζε την πλάτη του και να φύγει και συνέχισε «Καμιά καινούργια υπόθεση που σε βασανίζει;»
«Αφού με ξέρεις, πάντα βασανίζομαι από τις υποθέσεις μου. Μπορείς να μου παρέχεις τις υπηρεσίες σου αν και Κυριακή;»
«Τζακ αφού το ξέρεις πως σου χρωστάω την ζωή μου. Για σένα είμαι πάντα διαθέσιμος. Πέρνα μέσα να μου πεις περί τίνος πρόκειται».
Πέρασαν μέσα και πήγαν προς το εργαστήριο του. Εκεί ο Ιαν έπλυνε τα μούτρα του και κάθισαν και οι δύο σε κάτι άβολες μεταλλικές καρέκλες. Ο Τζακ τότε έβγαλε από την τσέπη του ένα πλαστικό σακουλάκι, μέσα είχε τα ξύσματα από το χαραγμένο σύμβολο στον εξωτερικό τοίχο του γραφείου του. Ο Ιαν το πήρε στα χέρια του, φόρεσε το ερευνητικό του βλέμμα και στρώθηκε κατευθείαν στην δουλειά.
Ο Τζακ παρέμεινε καθισμένος στην καρέκλα του μη θέλοντας να αποσπάσει τον Ιαν από την εργασία του. Η ανυπομονησία που ένιωθε του είχε τεντώσει τα νεύρα, γυρόφερνε μανιασμένα πάνω στο κάθισμα κάνοντας την καρέκλα να βγάζει σε κάθε του κίνηση μικρούς, μεταλλικούς, τριχτούς ήχους. Ο Ιαν κάθε τόσο τον κοίταγε και πότε βαριανάσαινε και πότε έβγαζε ήχους ενόχλησης, χωρίς όμως παρ’ όλα αυτά να πει τίποτα στον Τζακ, καταλάβαινε την ανυπομονησία του, άλλωστε τόσα χρόνια δεν είχε αλλάξει ούτε στο ελάχιστο.
Μετά από δύο, βασανιστικές για τον Τζακ, ώρες ο Ιαν τον πλησίασε με ένα κομμάτι χαρτί στο χέρι του. Κάθισε στην καρέκλα, στερέωσε το χαρτί στο πόδι του, και τον κοίταξε καθαρίζοντας τον λαιμό του.
«Λοιπόν Τζακ, το δείγμα που μου έφερες είναι πραγματικά πολύ περίεργο. Αποτελείτε από δύο ουσίες οι οποίες, όμως, είναι πραγματικά δυσεύρετες για τον περισσότερο κόσμο».
«Για γίνε πιο σαφείς», του είπε ο Τζακ σχεδόν διακόπτοντας τον ειρμό του.
«Αν περιμένεις λίγο θα στα πω όλα αναλυτικά», είπε ο Ιαν νευριασμένος.
«Η πρώτη ουσία φυσικά και όπως θα κατάλαβες και από την μυρωδιά είναι θειάφι. Το παράξενο για αυτό είναι πως δεν πρόκειται για συνηθισμένο θειάφι εμπορίου μα ούτε για συνηθισμένο ορυκτό θειάφι. Τα αποτελέσματα από την σύνθεσή του έδειξαν πως το συγκεκριμένο θειάφι προήρθε από μεγάλο βάθος, δεν μπορώ όμως να γνωρίζω από που». Ο Τζακ είχε αρχίσει να ιδρώνει, πως κάποιος μπορούσε να είχε πρόσβαση σε ένα τέτοιο υλικό. «Όσον αφορά το δεύτερο υλικό πρόκειται για μία κόκκινη χειροποίητη μπογιά ανακατεμένη με ανθρώπινο αίμα».
«Χειροποίητη είπες; Πως δηλαδή;»
«Είναι φτιαγμένη με μια αρχαία μέθοδο παρασκευής χρωμάτων. Αποτελείτε από ορυκτά, αιματίτη ή σινώπια».
«Και πως μπορεί κάποιος να έχει πρόσβαση σε αυτά τα υλικά; Είπες πως είναι δυσεύρετα».
«Πραγματικά αν δεν είσαι γεωλόγος ή αρχαιολόγος δε νομίζω πως είναι εύκολο να τα βρεις. Να έχεις στον νου σου πως αυτός που ψάχνεις σίγουρα θα έχει κάποιες επαφές με τις συγκεκριμένες ιδιότητες».
«Μια βόλτα στο μουσείο πιστεύω θα είναι μια καλή αρχή. Τι λες και εσύ Ιαν;»
Ο Ιαν κούνησε απλά το κεφάλι του. Ο Τζακ το εξέλαβε ως θετικό σήμα και σηκώθηκε από τη καρεκλά χαιρετώντας τον στα πεταχτά. Είχε προστεθεί ακόμα ένα περίεργο κομμάτι στο ήδη δύσκολο παζλ της υπόθεσης.

Κυριακή 12:00μμ
Ο Τζακ με γρήγορο βήμα κατευθύνθηκε προς το κεντρικό αρχαιολογικό μουσείο. Γνώριζε πως κάθε Κυριακή παραμένει ανοιχτό, τουλάχιστον ως τις 15:00 το απόγευμα. Ήλπιζε να βρει την υπεύθυνο του μουσείου. Αυτή θα μπορούσε να του δώσει όποιες πληροφορίες για το ποιος συνεργάζεται μαζί τους, και ποιος απέκτησε στην τελική αυτά τα ορυκτά. Ύστερα από κανένα τέταρτο έφτασε έξω από την  πόρτα του μουσείου και ανέβηκε γρήγορα τα σκαλιά. Δεν είχε πολύ κόσμο μέσα, κάτι το ευχάριστο, γιατί έτσι θα μπορούσε να συζητήσει ανενόχλητος. Περιπλανήθηκε για λίγο στην πτέρυγα με τα αρχαία νομίσματα και χάζευε γύρω, χωρίς όμως ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Μετά από λίγο είδε να προχωράει δίπλα του ένας υπάλληλος του μουσείου. Τον πλησίασε και τον ρώτησε πως θα μπορούσε να μιλήσει με την υπεύθυνο. Με εμφανή βαρεμάρα αποτυπωμένη στο πρόσωπό του ο υπάλληλος του είπε πως να βρει το γραφείου της κυρίας Κόουλ, Φραντσέσκας Κόουλ.
Προχώρησε προς τις σκάλες του υπογείου, ακριβώς δίπλα από την αίθουσα αποκατάστασης των εκθεμάτων βρισκόταν το γραφείο της Φραντζέσκας Κόουλ. Χτύπησε δύο φορές την πόρτα και περίμενε. Μία λεπτή αέρινη φωνή που φώναζε “εμπρός” ακούστηκε από μέσα και ο Τζακ άνοιξε αμέσως την πόρτα. Στο απέναντι γραφείο καθόταν η Φραντσέσκα, μία καλοστεκούμενη πενηντάρα, που τον κοίταζε με ένα ύφος απορίας.
«Καλημέρα, είστε η κυρία Κόουλ, η υπεύθυνη του μουσείου;»
«Δεσποινίς αν θέλετε παρακαλώ. Ναι είμαι η υπεύθυνη ,πως μπορώ να βοηθήσω;»
«Με λένε Τζακ, Τζακ Φροστ. Θα ήθελα να σας κάνω ορισμένες ερωτήσεις, αν δε σας ενοχλώ δηλαδή», της είπε ο Τζακ με ιδιαίτερη ευγένεια. Κάτι στην εμφάνιση της του έβγαζε αυτήν την συμπεριφορά.
«Φυσικά, κανένα πρόβλημα, σας ακούω».
Ο Τζακ, με την βοήθεια του σημειωματάριου του ,προσπάθησε να της περιγράψει επακριβώς τα γεωλογικά ευρήματα που είχε βρει ο φίλος του ο Ιαν. Η δεσποινίς Φραντσέσκα τον άκουγε με προσοχή, χωρίς να τον διακόψει ούτε μια στιγμή. Όταν ο Τζακ τελείωσε με την περιγραφή του εκείνη ανακάθισε στην καρέκλα της και ξεροκατάπιε.
«Κύριε Φροστ, τα συγκεκριμένα υλικά που είπατε όντως υπήρχαν στο μουσείο μας, τουλάχιστον πριν πέντε μέρες».
«Υπήρχαν; Ποιος τα πήρε δηλαδή;» ρώτησε με έντονο ενδιαφέρον ο Τζακ.
«Μισό λεπτό να κοιτάξω το βιβλίο κίνησης». Άνοιξε ένα μικρό βιβλίο και το ξεφύλλισε απ’ το τέλος, σταμάτησε στη προτελευταία σελίδα και με το χέρι της υπογράμμισε ένα όνομα. »Εδώ είμαστε. Πριν από πέντε μέρες τα ζήτησε ο κύριος Φρεντ Μαλόουν, αστυνομικός». Ο Τζακ γούρλωσε τα μάτια του.
«Σας είπε τι τα ήθελε τα συγκεκριμένα υλικά;»
«Δυστυχώς όχι, ήταν πολύ μυστικοπαθής, το μοναδικό πράγμα που μου είπε ήταν πως τα χρειάζεται για την διαλεύκανση μιας υπόθεσης που ερευνούσε».
«Και εσείς του τα δώσατε έτσι απλά, χωρίς να ρωτήσετε τίποτα άλλο;», είπε ο Τζακ με ανεβασμένο τον τόνο της φωνής του.

«Κύριε Φροστ σας παρακαλώ να χαμηλώσετε τον τόνο της φωνής σας. Ο κύριος Μαλόουν είναι προσωπικός φίλος και φίλος του μουσείου και άλλωστε είναι και αστυνομικός, όργανο της τάξης», του είπε νευριασμένη.
Ο Τζακ μουρμούρησε από μέσα του κάτι για την αφέλεια της, πως μπορούσε να δίνει έτσι ελεύθερα εκθέματα του μουσείου. Δεν ήθελε να της μιλήσει άλλο, ήταν πολύ νευριασμένος για να συνεχίσει να της μιλάει ήρεμα και άλλωστε και η δίκη της καλή διάθεση είχε χαθεί. Σηκώθηκε από τη καρέκλα και την αποχαιρέτησε δίνοντας της το χέρι και βγήκε έχω από το γραφείο της. Ανέβηκε τα σκαλιά και βγήκε έξω, είχε ξεκινήσει να ψιλοβρέχει. Η επόμενη στάση για σήμερα θα ήταν το εργαστήριο του Τζον Φλάβιο, θα είχε σίγουρα έτοιμα τα αποτελέσματα της ταυτοπροσωπίας. Προχώραγε ήρεμα κάτω από την βροχή, δεν τον ενοχλούσε και πολύ, και σκεφτόταν για την διαλεύκανση ποιας υπόθεσης χρειαζόταν ο αστυνομικός Μαλόουν τα συγκεκριμένα υλικά.


Συνεχίζεται...

Τρίτη, 3 Απριλίου 2018

SMA (Stop motion animation) ανησυχίες by SMA crew








Σας παρουσιάζω τρεις συλλογικές δημιουργίες από την ενασχόληση μου με την όμορφη τέχνη του stop motion.


                                                           1.Abstract imaginations






2.Plits!!




3.Cut-out










Δευτέρα, 2 Απριλίου 2018

Το κυνήγι του δαίμονα-Μέρος 3ο



Μέρος 3ο: Η εξήγηση ενός φόνου


Σάββατο 15:00μμ

Το πτώμα είχε ήδη μεταφερθεί στον ιατροδικαστή. Ήλπιζε πως θα μάθαινε απ’ αυτόν και πιο πολλά πράγματα όσον αφορά τον τρόπο θανάτου. Ακόμα δε μπορούσε να χωνέψει πως υπαίτιος γι’ αυτό το φονικό ήταν ένας δαίμονας.
Έφτασε στο γραφείο του ιατροδικαστή και κατέβηκε στο υπόγειο όπου και θα τον έβρισκε. Ήταν εκεί όντως πάνω από το πτώμα. Γυμνό το νεκρό σώμα πάνω στο φορείο έδειχνε ακόμα πιο αποκρουστικό. Ο ιατροδικαστής καθόταν σκεπτικός πάνω από το πτώμα, παρατηρούσε τις πληγές που είχε στο σώμα και το σχεδόν διαλυμένο κεφάλι του και κρατούσε σημειώσεις. Ο Τζακ τον πλησίασε διστακτικά, δεν ήθελε να τον ενοχλήσει όμως έπρεπε να μάθει ότι μπορούσε για τον τρόπο που σκοτώθηκε το θύμα.
«Καλημέρα, μπορώ να ενοχλήσω για λίγο; Θα ήθελα να κάνω ορισμένες ερωτήσεις όσον αφορά το πτώμα εδώ», είπε ο Τζακ στον ιατροδικαστή. Πρώτη φορά τον έβλεπε αυτόν ο Τζακ, θα έπρεπε να ήταν κανένας καινούργιος. Συνέχεια άλλαζαν, κανένας δε μπορούσε να στεριώσει. Περίμενε από αυτόν τουλάχιστον να συνεργαστεί χωρίς να του δημιουργήσει προβλήματα.
«Καλημέρα. Ποιος είσαι εσύ, δε βλέπεις πως έχω δουλειά; Ποιος σ ‘άφησε να μπεις μέσα;» είπε ο ιατροδικαστής εμφανώς ενοχλημένος από την παρουσία του.
«Με λένε Τζακ, Τζακ Φρόστ, ειδικός ερευνητής. Βοηθάω στην υπόθεση τον αρχηγό της αστυνομίας».
«Τον αρχηγό ε; Μάλιστα. Και τι θες να μάθεις ακριβώς. Όλα τα στοιχεία έτσι και αλλιώς είναι πεντακάθαρα».
«Θα ήθελα να μάθω με ποιον ακριβώς τρόπο πέθανε το θύμα και το πιο σπουδαίο για ποιον πρόκειται». Ο ιατροδικαστής τον κοίταξε στα μάτια με αγανάκτηση και ανάτρεξε στις σημειώσεις του. Ο Τζακ έβγαλε από την τσέπη του το σημειωματάριο του και τον στυλό και περίμενε να ακούσει τι είχε να του πει.
«Λοιπόν από τον έλεγχο που έχω κάνει μέχρι τώρα ο θάνατος του θύματος ήταν σχεδόν ακαριαίος και προήλθε από το σφοδρό χτύπημα που δέχτηκε στο κεφάλι».
«Γνωρίζεις τι μέσο χρησιμοποιήθηκε για το χτύπημα;»
«Η πληγή του χτυπήματος έχει γίνει από ένα αμβλύ αντικείμενο, το χτύπημα απ’ ότι φαίνεται έγινε με μεγάλη δύναμη. Το περίεργο της υπόθεσης είναι όμως πως όλο το σημείο του τραύματος είναι καυτηριασμένο».
«Τι θες να πεις;»
«Θέλω να πω πως γύρω από το τραύμα έχει δημιουργηθεί ένα είδος καυτηρίασης. Αυτό μπορεί μόνο να προκληθεί από αντικείμενο που καίει, υποθέτω πως μάλλον μπορεί να έγινε μετά τον θάνατο του θύματος, δεν εξηγείτε αλλιώς. Το θύμα δείχνει ταλαιπωρημένο, σε όλο του το σώμα, όμως πουθενά δεν βρήκα ίχνη από πιθανό καβγά. Έχει μώλωπες παντού, ακόμα και πίσω στην πλάτη του. Φαίνεται πως ίσως να βρέθηκε σε συμπλοκή περισσότερων ατόμων». Ο Τζακ έγραφε στο σημειωματάριο του την έκθεση του ιατροδικαστή. Δεν ήταν δυνατόν να μην έχει βρει ως τώρα κάτι χειροπιαστό.
«Το σημάδι στο στήθος του λες να πρόκειται για κανένα είδος βασανιστηρίου ή μύησης;» ρώτησε ο Τζακ τον ιατροδικαστή.
«Αυτό δεν μπορώ να το γνωρίζω επακριβώς. Πάντως είναι τόσο απόλυτες οι γραμμές του, όποιος και αν το έκανε είχε πολύ σταθερό χέρι».
«Κατάφερες να βρεις την ταυτότητα του θύματος;»
«Δυστυχώς το πρόσωπο είναι σε τέτοια κατάσταση που κάνει την αναγνώριση δύσκολή, τα περισσότερα δόντια έχουν σπάσει, μάλλον από την υπερβολική πίεση. Κατάφερα όμως να σώσω κάποια ίχνη από τα δακτυλικά του αποτυπώματα, και αυτά είχαν καυτηριαστεί. Σίγουρα όποιος και αν το έκανε αυτό δεν ήθελε να τακτοποιηθεί το θύμα καθόλου». Ο Τζακ ζήτησε από τον ιατροδικαστή να του δώσει τα ίχνη από τα δακτυλικά αποτυπώματα. Τόσα χρόνια στην δουλειά γνώριζε τα κατάλληλα άτομα στις κατάλληλες θέσεις που θα μπορούσαν να τον βοηθήσουν.

Σάββατο 18:00μμ

Μόλις βγήκε έξω από το γραφείο του ιατροδικαστή κοίταξε ψηλά τον ουρανό. Είχε αρχίσει να σκοτεινιάζει, έπρεπε να βιαστεί αν ήθελε να ρίξει και άλλη μια ματιά στον χώρο του εγκλήματος. Πριν όμως πήγαινε στο αδιέξοδο της οδού Πέρκινς θα πήγαινε να βρει τον παλιό του φίλο, Τζον Φλάβιο.
Δούλευαν από παλιά μαζί και γνώριζε τις ικανότητες του όσον αφορά τις ταυτοπροσωπίες. Ήταν σίγουρος πως αν κάποιος μπορούσε να βρει τόσα πολλά από τόσα λίγα, αυτός ήταν ο Τζον. Το σπίτι-εργαστήριο ήταν στον δρόμο του προς την οδό Πέρκινς, αυτό τον διευκόλυνε. Χτύπησε την πόρτα του και περίμενε να του ανοίξει. Ήταν πολύ ανήσυχος, είχε αρχίσει να νυχτώνει και ήθελε οπωσδήποτε να ρίξει μια πιο ήσυχη ματιά στο αδιέξοδο. Συνήθως δεν τον τρέλαιναν τόσο πολύ οι υποθέσεις που αναλάμβανε, όμως η συγκεκριμένη γινόταν κάθε τόσο όλο και πιο περίεργη. Η πόρτα άνοιξε και από πίσω φάνηκε η γνώριμη φιγούρα του Τζον. Τα χρόνια δεν είχαν σταθεί με το μέρος του, είχε γεράσει άσχημα. Παρόλα αυτά το μυαλό του συνέχιζε να λειτουργεί σαν καλοκουρδισμένο ρολόι.
«Τζακ φίλε μου πως από ’δω;» Ο Τζακ σκέφτηκε πως τόσο καιρό, μπορεί και χρόνο, δεν είχε επικοινωνήσει καθόλου μαζί του. Ντρεπόταν κατά βάθος που είχε έρθει να τον βρει μονό για δουλειά.
«Γεια σου Τζον. Συγχώρεσε με που δεν ήρθα για να μείνω. Χρειάζομαι επειγόντως την βοήθεια σου».
«Δε πειράζει Τζακ, για σένα ότι θες». Ο Τζακ ανακουφίστηκε από το θερμό καλωσόρισμα του Τζον, ο ίδιος σίγουρα δε θα μπορούσε να το κάνει αυτό.
«Χρειάζομαι μια ταυτότητα θύματος. Τα μοναδικά στοιχεία που μπορώ να σου δώσω είναι αυτά τα λιγοστά δακτυλικά ίχνη».
«Κανένα πρόβλημα Τζακ, αύριο τέτοια ώρα, ίσως και νωρίτερα, θα σου έχω έτοιμη την ταυτότητα που θες». Ο Τζακ τον χαιρέτησε με το χέρι του και έφυγε γρήγορα. Η μέρα είχε αρχίσει να φεύγει.

Σάββατο 20:00μμ

Το αδιέξοδο της οδού Πέρκινς είχε αδειάσει. Πλέον δε μπορούσες να ακούσεις τίποτα, επικρατούσε απόλυτη ηρεμία. Πηγαίνοντας προς το σημείο που είχε βρεθεί το πτώμα αναρωτιόταν ποιος ή τι θα μπορούσε να τον κυνηγάει αυτόν τον άντρα και γιατί. Τα στοιχεία δεν έβγαζαν κανένα νόημα και αυτό τον τρέλαινε.
Στο σημείο που είχε βρεθεί το πτώμα το μόνο που είχε μείνει ήταν το περίγραμμα που είχε κάνει η αστυνομία. Πλησίασε και έσκυψε από πάνω, προσπαθούσε να βρει κάτι, το οτιδήποτε που θα μπορούσε να τους είχε ξεφύγει. Δεν μπορούσε όμως να δει τίποτα. Το βλέμμα του κινήθηκε στον χώρο, παρατήρησε το δάπεδο γύρω από το πτώμα και ιδιαίτερα τον τοίχο με το περίεργο σύμβολο επάνω του. Πλησίασε ερευνητικά προς τα εκεί και άρχισε πάλι να το ψηλαφεί. Τώρα που το έβλεπε με την ησυχία του το σύμβολο στον τοίχο σαν να του θύμιζε το χαραγμένο σύμβολο στο στήθος του θύματος. Αυτή η γεύση θειαφιού τον μπέρδευε πολύ. Στο μυαλό του τότε ήρθαν τα λόγια του ιατροδικαστή όσον αφορά το καυτηριασμένο χτύπημα στο κρανίο και πως αυτό προκλήθηκε από κάποιο φλεγόμενο αντικείμενο και στο μυαλό του σχηματίστηκε η εικόνα από μία φλεγόμενη αρχαία μυτερή σφύρα να πέφτει με δύναμη και να συνθλίβει το κρανίο του.
Είχε νυχτώσει πλέον για τα καλά και έτσι αποφάσισε πως καλό θα ήταν να φύγει. Έπρεπε να σκεφτεί τα δεδομένα που είχε καταφέρει να συλλέξει ως τώρα, έπρεπε να βρει κάποιο συνδετικό κρίκο σε όλα αυτά. Αναρωτιόταν κατά πόσο οι παλιές ιστορίες που άκουσε από τον γέρο-Μπακ έστεκαν και πόσο είχαν κάποια σχέση με την υπόθεση που ερευνούσε.

Συνεχίζεται...

Πέμπτη, 29 Μαρτίου 2018

Το κυνήγι του δαίμονα-Μέρος 2ο




Μέρος 2ο: Ένας παράξενος μύθος



Σάββατο 11:00πμ
Καθώς προχώραγε στο δρόμο χαμένος στις σκέψεις του, συνεχώς στο μυαλό του πέρναγε η εικόνα του νεκρού άντρα. Είχε υποστεί από κάποιον πολλαπλά χτυπήματα. Δεν υπήρχε όμως κανένα ίχνος του δολοφόνου, ούτε επάνω στο νεκρό σώμα αλλά ούτε και τον γύρω χώρο. Μια πολύ παράξενη κατάσταση όντως. Αυτό που του κίνησε όμως την περιέργεια πάνω απ’ όλα ήταν το περίεργο σύμβολο που βρήκε χαραγμένο στο στήθος του θύματος. Δεν το είχε ξαναδεί πριν πουθενά. Γνώριζε πως δεν άνηκε σε καμιά γνωστή συμμορία όμως κάποια σχέση έπρεπε να είχε με όλα αυτά. Αποφάσισε πως έπρεπε να μάθει ότι μπορούσε για αυτό το σύμβολο, θα του έδινε σίγουρα μια ώθηση για την επίλυση της υπόθεσης. Κατευθύνθηκε προς το μαγαζί του γέρο-Μπακ, το “Αόρατο Νήμα”, αν κάποιος γνώριζε κάτι για το οτιδήποτε παράξενο αυτός ήταν.
Το μικρό μαγαζί της οδού Τζάκσον ήταν σχεδόν αόρατο για τον περισσότερο κόσμο. Απ’ όσο γνώριζε ο Τζακ υπήρχε σε αυτό το συγκεκριμένο σημείο πάρα πολλά χρόνια και πρόσφερε πληροφορίες για κάθε τι απόκρυφο και παράξενο. Ο ιδιοκτήτης, ο γερό-Μπακ, ήταν ένας μεγάλος άνθρωπος απροσδιόριστης ηλικίας, με μεγάλη όμως γνώση για κάθε τι το απόκρυφο. Μπήκε στο μαγαζί του, ένας βωμός του παράξενου. Στοίβες από βιβλία και αντικείμενα έκαναν το περπάτημα πολύ ριψοκίνδυνο. Ύστερα από πολύ προσπάθεια έφτασε μπροστά απ’ τον πάγκο υποδοχής, κανένας δεν ήταν μπροστά . Ο Τζακ χτύπησε το κουδούνι μία φορά και περίμενε τον γέρο-Μπακ να εμφανιστεί. Μετά από λίγο μία λιπόσαρκη φιγούρα βγήκε από το δωμάτιο που βρισκόταν πίσω από τον πάγκο, το βήμα του ήταν αργό και το βλέμμα του διαπεραστικό. Ο γέρο-Μπακ έφτασε προς το μέρος του και στάθηκε πίσω από τον πάγκο, τα χέρια του ακούμπησαν ήρεμα επάνω και κοίταξε στα μάτια τον Τζακ.
«Πως μπορώ να βοηθήσω;», του είπε κάνοντας μια περίεργη κίνηση του αριστερού ματιού.
«Ειδικός ερευνητής Τζακ Φρόστ», είπε και έδειξε το σήμα του, «Θα ήθελα να μου πεις ότι γνωρίζεις για ένα σύμβολο που βρήκα πάνω σ ’ένα πτώμα». Από την τσέπη του έβγαλε ένα μικρό σημειωματάριο, το άνοιξε σε μία κενή σελίδα  και άρχισε να σχεδιάζει με κάθε λεπτομέρεια το χαραγμένο σύμβολο που είχε δει. Όταν τελείωσε το έδειξε στον γέρο-Μπακ που περίμενε υπομονετικά πίσω από τον πάγκο. Με το που το είδε τα μάτια του γούρλωσαν και μία μορφή ανησυχίας αποτυπώθηκε στο πρόσωπό του.
«Που το βρήκες αυτό;» του είπε ταραγμένος ο γέρος.
«Πάνω στο στήθος ενός άντρα, ήταν χαραγμένο ή μάλλον αποτυπωμένο σαν στάμπα επάνω του».
«Είσαι σίγουρος πως πρόκειται για αυτό το σύμβολο;»
«Απόλυτα, το είδα με τα ίδια μου τα μάτια. Τι ξέρεις να μου πεις για αυτό;»
Ο γέρο-Μπακ χωρίς να αρθρώσει κουβέντα ξεκόλλησε τα χέρια του από τον πάγκο και με το ίδιο αργό βήμα προχώρησε προς μία σκοτεινή γωνία του μαγαζιού. Ο Τζακ τον παρακολουθούσε με το βλέμμα του και περίμενε να δει που ακριβώς θα σταματήσει. Σταμάτησε τελικά μπροστά από ένα ράφι που φιλοξενούσε δύο μονάχα βιβλία και μερικά περίεργα αντικείμενα. Από το ράφι πήρε το ένα βιβλίο, έναν μεγάλο τόμο, και φύσηξε με δύναμη την σκόνη που είχε κάτσει επάνω του. Διάβασε σιωπηλά τον τίτλο, το έβαλε κάτω από την μασχάλη του και κινήθηκε ξανά προς τον πάγκο. Πέταξε το βιβλίο επάνω και το άνοιξε σε μία σελίδα σχεδόν στην μέση. Έβαλε το δάκτυλό του επάνω σ ‘ένα σχέδιο και κοίταξε στα μάτια τον Τζακ.
«Αυτό είναι που ψάχνεις;» Ο Τζακ κοίταξε το σχέδιο που βρισκόταν κάτω απ’ το δάκτυλο του γέρου πάνω στην κιτρινισμένη σελίδα του βιβλίου. Ήταν ακριβώς το ίδιο. Έκανε ένα νεύμα επιβεβαίωσης προς τον γέρο-Μπακ.
«Ακριβώς αυτό που φοβόμουν. Κλείσε την πόρτα και πέρνα μέσα να κάτσουμε στο γραφείο». Όταν ο Τζακ έκλεισε την πόρτα μπήκε στον χώρο που βρισκόταν πίσω από τον πάγκο. Βρήκε εκεί τον γέρο-Μπακ να κάθεται σ’ ένα μεγάλο δρύινο γραφείο με το βιβλίο ανοιγμένο μπροστά του στην σελίδα με το σύμβολο. Έκατσε δίπλα του και έβγαλε ξανά το σημειωματάριο του και με τα χέρια σταυρωμένα πάνω στο γραφείο περίμενε να ακούσει τι θα του έλεγε.
«Το σύμβολο που βρήκες κρατάει μέσα του μεγάλη και άσχημη μαγεία. Όποιος και αν το κατέχει πλέον δεν είναι άνθρωπος, τον έχει καταβάλει ο δαίμονας του μενταγιόν».
«Μα τι θες να πεις, δεν είναι σοβαρά πράγματα αυτά, δεν βγάζει κανένα νόημα».

«Σταμάτα και άκουσε», φώναξε ο γέρο-Μπακ, «το σύμβολο αυτό χρονολογείτε από τον 12ο αιώνα. Λέγεται πως η γυναίκα του κόμη Κρόουλι είχε δαιμονιστεί από τον δαίμονα Γκόερτ. Το κορμί της και το πνεύμα της είχαν χαθεί ολοκληρωτικά και ο κόμης δεν ήξερε τι να κάνει. Οι λόγιοι της εποχής τον συμβούλευαν να την σκοτώσει ώστε να φύγει ο δαίμονας και να εξαγνιστεί η περιοχή. Πολλά περίεργα πράγματα συνέβαιναν όντως όμως δεν πήγαινε η καρδιά του κόμη να σκοτώσει την γυναίκα που αγαπούσε. Ένα βράδυ και ενώ καθόταν στο πλευρό της γυναίκας του την άκουσε να του μιλάει, όχι με την φωνή του δαίμονα μα με την δική της. Του είπε πως για να μπορέσει να την σώσει θα πρέπει να φτιάξει ένα μενταγιόν με αυτό το σύμβολο και να της το φορέσει. Ο κόμης  προσέλαβε τότε τους καλύτερους ώστε να του φτιάξουν το συγκεκριμένο μενταγιόν και επί τρεις μέρες δούλευαν αδιάκοπα. Όταν ο κόμης το πήρε στα χέρια του με μεγάλη ανυπομονησία το πέρασε στο κεφάλι της γυναίκας του. Τότε λέγεται πως το μενταγιόν υψώθηκε στον αέρα παίρνοντας μέσα του το πνεύμα του δαίμονα, αφήνοντας πίσω το νεκρό σώμα της γυναίκας του κόμη. Ύστερα με δύναμη έπεσε πάνω στο στήθος του κόμη μένοντας επάνω του ανεξίτηλα. Μετά από αυτό το συμβάν καταγράφηκαν πολλοί φόνοι οι οποίοι είχαν επάνω τους αυτό το σύμβολο. Λέγεται πως αυτοί που πέθαναν ήταν όλοι αυτοί που αμφισβήτησαν την κρίση του κόμη. Με αυτόν τον τρόπο το πνεύμα του δαίμονα ενοποιήθηκε για πάντα με τον κόμη. Από τότε η ψυχή του κόμη του ανήκει». Ο γέρο-Μπακ σταμάτησε να μιλάει και κοίταξε το Τζακ ο οποίος τον κοιτούσε με ένα βλέμμα δυσπιστίας.
«Μα τι είναι αυτά τα πράγματα που λες. Πρόκειται περί ανούσιων θρύλων, ιστορίες για να τρομάζουν τα παιδιά. Δεν υπάρχουν αποδείξεις για όλα αυτά που λες. Κάλλιστα μπορεί να είναι κάποιος τρελός που γνωρίζει τον θρύλο και θέλει να παίξει το παιχνίδι του».
«Αυτά που σου είπα δυστυχώς δεν είναι θρύλοι, πρόκειται για γεγονότα. Είναι ένα συνεχές κυνήγι ψυχών, η σφραγίδα επάνω στο στήθος με τους φόνους ξεδιψάει την ακόρεστη δίψα του δαίμονα για αίμα».
«Και πως πρόκειται να βρω αυτόν που κάνει τους φόνους τότε, σίγουρα πρόκειται για πνεύμα, ποιος ζει τόσα χρόνια;», είπε ο Τζακ γεμάτος ειρωνεία.
«Βρες αυτόν που φοράει το μενταγιόν. Ο κόμης επέζησε όλα αυτά τα χρόνια αλλάζοντας μορφή εξυπηρετώντας τον δαίμονα και σκοτώνοντας όποιον τον αμφισβητεί. Να θυμάσαι πως όποιος το κατέχει έχει και μια περίεργη κοκκινίλα στο δεξί του χέρι. Και τώρα φύγε σε παρακαλώ, είμαι κουρασμένος».
Ο Τζακ σηκώθηκε και βγήκε έξω από το μαγαζί. Τα ερωτήματα που είχε πριν μπει μέσα τώρα είχαν πολλαπλασιαστεί. Η υπόθεση είχε πάρει μια περίεργη πλοκή. Όλα αυτά που είχε ακούσει ήταν αντίθετα της λογικής του, όμως είχε εμπιστοσύνη στα λεγόμενα του γέρο-Μπακ. Έπρεπε να ξαναδεί το πτώμα, ποιος ήταν ο νεκρός και για πιο λόγο τον είχαν σκοτώσει μ’ αυτόν τον τρόπο.

Συνεχίζεται...



Σάββατο, 24 Μαρτίου 2018

Το κυνήγι του δαίμονα-Μέρος 1ο




Μέρος 1ο: Ένα περίεργο φονικό


Παρασκευή 22:15μμ
  Σε μια σκοτεινή γωνία ενός αδιέξοδου ακούγονται δυνατοί θόρυβοι και ουρλιαχτά. Ένας άντρας, γύρω στα 40,τρέχει να ξεφύγει από μια σκιά. Φαίνεται σαν να παλεύει μόνος του. Αόρατες μπουνιές τον ρίχνουν κάτω, ξανασηκώνετε, ξαναπέφτει, γίνεται όλο και πιο δύσκολο για αυτόν να αντισταθεί. Στο τέλος η σκιά τον ρίχνει κάτω, δεν είχε άλλες δυνάμεις ώστε να ξανασηκωθεί, και με μία απότομη δυνατή κίνηση, του συνθλίβει το κρανίο.
Σάββατο 9:00πμ
 Με το που άνοιξε το γραφείο του έφτιαξε ζεστό καφέ και κάθισε στην καρέκλα του. Οι στοίβες χαρτιών δεν έλεγαν να λιγοστέψουν, τουλάχιστον όλες αυτές τις υποθέσεις τις είχε επιλύσει, ήταν άσσος στην δουλειά του. Δεν είχε καταφέρει να πιει μια γουλιά απ’ τον αχνιστό καφέ του, όταν το τηλέφωνο άρχισε να χτυπάει. Το σήκωσε με έναν βαρύ αναστεναγμό. Στην άλλη άκρη ήταν ο αρχηγός της αστυνομίας.
«Καλημέρα Τζακ, δεν πιστεύω να ενοχλώ». Ενοχλούσε ασφαλώς, όμως δεν του πήγαινε η καρδιά να του το πει.
«Όχι βέβαια αρχηγέ. Τι θες;»
«Χθες το βράδυ έγινε ένας φόνος κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες. Ξέρω πως είσαι ειδικός σε κάτι τέτοια θέματα». Είχε δίκιο βέβαια, όμως δεν ήθελε να δουλέψει για την αστυνομία. Έκανε πάντα όλοι την δουλειά για αυτούς και στο τέλος καμία αναγνώριση. Όμως, ήταν αλήθεια πως έτρεφε μεγάλη εκτίμηση για τον αρχηγό, παρόλο που ορισμένες φορές το ένστικτο του έλεγε το αντίθετο.
«Πολύ ευχαρίστως αρχηγέ. Θέλω να βρεθούμε στο τόπο του εγκλήματος».
«Φυσικά, είναι στο αδιέξοδο της οδού Πέρκινς, θα σε βρω εκεί, εντάξει;»
«Εντάξει…και αρχηγέ, να πεις στους δικούς σου να μην μπλεχτούν αυτή την φορά στα ποδιά μου». Έκλεισε το τηλέφωνο, ήξερε πως θα τον νεύριαζε η τελευταία υπόδειξή  του, όμως έπρεπε να το διευκρινίσει. Άλλωστε έκανε την δουλειά τους, δεν έλεγε ψέματα, τουλάχιστον ας την έκανε ανενόχλητος. Τελείωσε τον καφέ του με την ησυχία του, είχε χρόνο, η οδός Πέρκινς βρισκόταν μόλις δυο τετράγωνα μακριά από το γραφείο του.
 Έφτασε στον τόπο του εγκλήματος. Είχαν ήδη κλείσει την είσοδο στο αδιέξοδο με ταινίες και γινόταν ένας χαμός  με αστυνομικούς να πηγαινοέρχονται με σπασμωδικές κινήσεις. Κάθε φορά η ίδια αναστάτωση και επιπολαιότητα, ήλπιζε τουλάχιστον να μην είχαν χαλάσει το σκηνικό όπως την τελευταία φορά. Έσκυψε και πέρασε την φαρδιά ταινία, είδε και τον αρχηγό, καθόταν πάνω απ’ το πτώμα. Με αργό βήμα πήγε προς τα εκεί. Με τα ματιά του ερευνούσε κάθε σπιθαμή του αδιέξοδου, τις μικρές λεπτομέρειες, αυτές που στο τέλος έκαναν την διαφορά. Καθώς πλησίαζε όλο και πιο κοντά ένιωθε πάνω του τα βλέμματα των αστυνομικών. Σε κανέναν δεν άρεσε η παρουσία του εδώ. Δεν το πολύ ένοιαζε όμως, είχε έρθει για να κάνει τη δουλειά του.Έφτασε δίπλα στον αρχηγό και έδωσε το χέρι του για να τον χαιρετήσει.
«Καλημέρα Τζακ, καλωσόρισες στο σκηνικό μας», αστειεύτηκε κάπως άκομψα, όπως το συνήθιζε.
«Καλημέρα αρχηγέ, μπορείς να πεις σε παρακαλώ στους άντρες σου να φύγουν;» Πάντα ήταν ψυχρός στο επικοινωνιακό κομμάτι, ήξερε φυσικά πως αυτό που ζητούσε μπροστά στους αστυνομικούς τους μείωνε, αλλά δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς, ο αρχηγός φυσικά κατσούφιασε όμως πλέον γνώριζε πως δούλευε ο Τζακ, ήθελε απόλυτη ηρεμία για να μπορέσει να κάνει τα μαγικά του, όπως πολλές φορές τα χαρακτήριζε. Έδιωξε τους άντρες του με ένα σφύριγμα και με μια κίνηση του χεριού του. Φύγανε και οι τρεις που ήταν εκεί σιγοψιθυρίζοντας βρισιές προς το πρόσωπο του Τζακ. Τις άκουσε όλες, ήταν ένα χάρισμα που δεν του άρεσε αλλά το είχε, δεν έδωσε σημασία. Έστρεψε την προσοχή του προς το πτώμα.
 Ήταν το σώμα ενός άντρα, το πάνω μισό του κεφαλιού του είχε δεχτεί ένα ισχυρό χτύπημα, τόσο ισχυρό που με τα βίας διακρίνονταν. Έσκυψε από πάνω και άρχισε να παρατηρεί από πιο κοντά το κεφάλι του θύματος. Το πρόσωπο του, από την μέση και κάτω, ήταν γεμάτο μώλωπες, ένδειξη σκληρού και αγρίου καβγά. Το πάνω μισό του κεφαλιού του είχε δεχτεί πολλαπλά χτυπήματα από ένα αμβλύ αντικείμενο, ήταν προφανώς και η αιτία του θανάτου. Οι μύες του ήταν ακόμα πρησμένοι από την έντονη αντίσταση που είχε καταβάλει το θύμα προς τον δράστη. Παρατήρησε τις γροθιές του, από τους κόμπους είχε βγει αίμα, έμοιαζε λες και χτύπαγε με μανία το ντουβάρι. Στα νύχια του δεν υπήρχε τίποτα, το παραμικρό ίχνος από δέρμα ή από ύφασμα. Ως τώρα το όλο σκηνικό θύμιζε έναν άνθρωπο ο οποίος πάλευε μόνος του ή με ένα φάντασμα. Αμέσως σκέφτηκε όμως πως αυτά τα πράγματα δεν είναι σοβαρά, όλα συνδέονται και για τα πάντα υπάρχει μια λογική εξήγηση. Η μπλούζα του άντρα ήταν σκισμένη, από το σκίσιμο φαινόντουσαν κάτι χαρακιές. Έβγαλε τον στυλό του και με την βοήθεια του παραμέρισε την μπλούζα. Πάνω στο στήθος του ήταν χαραγμένο ένα περίεργο σύμβολο, ένα κυκλικό σύμβολο που αποτελούταν από ένα λιοντάρι και έναν δράκο, να δαγκώνει ο ένας την ουρά του άλλου. Το σύμβολο του φάνηκε περίεργο, λες και δεν ήταν ήδη. Δεν το είχε ξαναδεί και σιγουρά δεν άνηκε σε καμιά, τοπική τουλάχιστον, συμμορία.
Σηκώθηκε και αντίκρυσε τον αρχηγό, καθόταν ακίνητος και τον παρατηρούσε καθ’ όλη την διάρκεια που εκείνος ερευνούσε το πτώμα.
«Τι έγινε Τζακ, πως τα βλέπεις τα πράγματα;», τον ρώτησε γνωρίζοντας πως δεν πρόκειται να πάρει απάντηση, ο Τζακ άλλωστε έτσι δούλευε, αθόρυβα, και συνέχισε. «Είναι φανερό πως ο τύπος ήταν τρελαμένος, δεν εξηγείτε αλλιώς. Δεν υπάρχει ίχνος από το άλλο άτομο της δήθεν συμπλοκής».
«Αρχηγέ σε παρακαλώ, μη γίνεσαι αφελής σαν τους άντρες σου. Για τα πάντα υπάρχει μια λογική εξήγηση».
Ο αρχηγός ξεροκατάπιε γεμάτος οργή. Εκείνη την στιγμή ο Τζακ, κοιτάζοντας πάνω από τον ώμο του αρχηγού, είδε κάτι που του κίνησε την περιέργεια. Ήταν μια στάμπα στον απέναντι ακριβώς τοίχο. Είχε μια περίεργη απόχρωση κόκκινου και μαύρου.
«Αυτό το είδατε;», ρώτησε τον αρχηγό δείχνοντας προς τον τοίχο.
«Ναι, απ’ ότι φαίνεται το θύμα πάνω στην τρελά του χτύπησε με μανία το κεφάλι του στον τοίχο. Αυτό πιστεύουμε πως προκάλεσε και τον θάνατο του, όπως είναι προφανές». Χαμογέλασε, είχε προσπαθήσει να φανεί γνώστης μπροστά του. Δεν τα κατάφερε όμως. Ο Τζακ δεν του έδωσε την παραμικρή σημασία, τον παραμέρισε και πήγε προς τον τοίχο. Η στάμπα εκτός από το περίεργο σχήμα είχε και περίεργη υφή, όπως φαινόταν. Ήταν διασκορπισμένη, δημιουργώντας όμως έναν περίπου τέλειο κύκλο. Ακούμπησε επάνω το δάκτυλο του, η υφή ήταν σαγρέ και λίγο νωπή. Πήρε με το δάκτυλο του λίγο από το κοκκινόμαυρο υλικό και το γεύτηκε. Είχε μια περίεργη γεύση σίδερου και θειαφιού. Σίγουρα αν δεν υπήρχε η γεύση και μυρωδιά του θειαφιού θα έλεγε κάνεις πως πρόκειται για αίμα αρχιτεκτονικά βαλμένο πάνω στον τοίχο.
 Σηκώθηκε και χαιρέτησε τον αρχηγό χωρίς να του πει τίποτα. Εκείνος τον κοίταζε καθώς έφευγε, ήξερε πως έτσι ενεργούσε, εκείνος θα ερχόταν σε επικοινωνία όταν θα έβρισκε την άκρη. Καθώς ο Τζακ έφευγε από το αδιέξοδο σκεφτόταν όλα τα πράγματα που είχε δει. Το βίαιο χτύπημα στο κεφάλι του θύματος, τους μώλωπες στο πρόσωπο και το σώμα του χωρίς ίχνη όμως από φυσική πάλη, το περίεργο χαραγμένο σύμβολο στο στήθος του και φυσικά την στάμπα στον τοίχο. Τίποτα δεν έβγαζε νόημα, το ήξερε όμως πως τα πάντα κάπως συνδέονται και τα πάντα έχουν μια λογική εξήγηση.

Συνεχίζεται...

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2018

Το εργοστάσιο της φαντασίας - Μέρος 3ο




Μέρος 3ο: Ο Κλέφτης της Φαντασίας


   Είχαν σαστίσει και οι δύο. Ώστε για αυτό το κακό μίλαγαν τα μηνύματα. Πως όμως θα μπορούσαν να το καταστρέψουν. Ότι και να ήταν αυτό το πράγμα γνώριζε ήδη για την παρουσία τους εδώ. Τους είχε παγιδέψει.
   Μια περίεργη λάμψη τους κίνησε την περιέργεια. Ερχόταν πίσω από έναν τοίχο. Κινήθηκαν με προσοχή στον χώρο, έκαναν μικρά ψηλαφιστά βήματα προσπαθώντας να κατανοήσουν τον έδαφος που πατάγανε. Η περίεργη λάμψη όλο και δυνάμωνε όσο εκείνοι πλησίαζαν προς τον τοίχο. Έφτασαν στο πλαϊνό μέρος του τοίχου που χώριζε τους δύο χώρους. Βγάλαν σιγά-σιγά τα κεφάλια τους ώστε να δουν από που προερχόταν αυτή η λάμψη. Μπροστά τους είδαν μια αιωρούμενη διαφανή φιγούρα να στέκεται και να τους περιμένει. Η μορφή της ήταν ακαθόριστη. Βγήκαν και οι δύο μπροστά, δεν ήξεραν τι ήταν αυτό που έβλεπαν μπροστά τους. Για μερικά δευτερόλεπτα παρέμειναν να χαζεύουν την λάμψη χωρίς να μπορούν να κάνουν κάτι. Ξαφνικά από την διαφανή μορφή ακούστηκε μία φωνή. Θύμιζε παιδική και καμία σχέση δεν είχε με την εφιαλτική φωνή που άκουσαν πριν.
«Επιτέλους ήρθατε. Καιρός ήταν να έρθει κάποιος να μας ελευθερώσει».
Ο Τζακ και ο Ντρέικ κοιτάχτηκαν με έκπληξη. Η κατάσταση με την ώρα γινόταν ακόμα πιο απίστευτη και για τους δύο.
«Ευτυχώς ανταποκριθήκατε και οι δύο στο μήνυμα. Πρέπει να μας βοηθήσετε να καταστρέψουμε το κακό».
«Ποιος  είσαι, που είμαστε, τι συμβαίνει εδώ πέρα;», είπε ο Τζακ αγανακτισμένος.
Η φιγούρα τους πλησίασε χωρίς να πει τίποτα. Καθώς πλησίαζε άρχισε να παίρνει την μορφή μικρού παιδιού. Όταν πλέον έφτασε δίπλα τους στάθηκε και τους κοίταζε ως ένα κανονικό παιδί. Και οι δύο τον κοίταξαν με περιέργεια. Το παιδί κοίταξε μία τον Τζακ και μία τον Ντρέικ στα μάτια.
«Σας ευχαριστώ που δεχτήκατε το κάλεσμα μου. Κάποιος έπρεπε να μας ελευθερώσει, κάποιος έπρεπε να σταματήσει το κακό που υπάρχει εδώ πέρα».
Ο Ντρέικ δεν πίστευε στα μάτια του καθώς ρωτούσε το παιδί-φάντασμα να του δώσει περαιτέρω εξηγήσεις.
«Με λέγαν Τζέιμς. Σε αυτό εδώ το εργοστάσιο έχασαν οι δικοί μου τα ίχνη μου, με βρήκαν μετά από έναν μήνα τελείως αποστραγγισμένο. Όλη η κοινότητα σάστισε όμως κανείς δεν είχε την δύναμη να βρει τι πραγματικά συνέβη εδώ. Τόσο σε μένα όσο και σε άλλα παιδιά πριν και μετά».
«Και ποιος το κάνει αυτό;», είπε ο Ντρέικ.
«Ο Κλέφτης της Φαντασίας. Ένα άυλο πλάσμα που τρέφετε με τις πιο κρυφές φαντασίες των παιδιών».
«Και πως μπορούμε εμείς να νικήσουμε ένα άυλο πλάσμα;», ρώτησε ο Τζακ.
«Είστε εδώ, είδατε και οι δύο τα μηνύματα που σας έστειλα. Αυτό σημαίνει πως ακόμα δεν έχετε χάσει την ανάπτυξη της φαντασίας σας».
Μετά από αυτά τα λόγια το παιδί μεταμορφώθηκε ξανά στη διαφανή ύλη που ήταν πριν. Αιωρήθηκε προς τον κεντρικό χώρο του εργοστασίου και ύστερα προς τον βόρειο τοίχο. Ο Τζακ και ο Ντρέικ τον ακολούθησαν χωρίς να πουν τίποτα. Έφτασαν μπροστά από τον τοίχο, ο οποίος απ’ ότι έδειχνε δεν έβγαζε πουθενά. Ένα κόκκινο φως έπεφτε επάνω του, διαθλασμένο από τα σπασμένα τζάμια της οροφής, δημιουργώντας περίεργα σχήματα. Το παιδί-φάντασμα με μία παράξενη κίνηση καθοδήγησε το κόκκινό φως προς έναν συγκεκριμένο σημείο του τοίχου και τον άνοιξε διάπλατα σαν μια πόρτα. Από πίσω αποκαλύφθηκε ένα πέρασμα. Το παιδί-φάντασμα με μία λαμπερή έκρηξη εξαφανίστηκε. Πίσω του άφησε μία ελαφρά λαμπερή λωρίδα η οποία φώτισε το υγρό και σκοτεινό μονοπάτι που ξεκινούσε μπροστά τους. Ο Τζακ και ο Ντρέικ μία κοιτούσαν το μονοπάτι που ξεκίναγε μπροστά τους και μία κοιτούσαν ο ένας τον άλλον. Ξεροκατάπιαν και με ένα συναινετικό κούνημα του κεφαλιού τους έκαναν το πρώτο βήμα πάνω στο μονοπάτι. Συνέχισαν με αργό βήμα για αρκετή ώρα. Το μονοπάτι έμοιαζε να συνεχίζει για πάντα, ώσπου κάποια στιγμή βγήκαν σε ένα μεγάλο ανοιχτό χώρο.
   Ο χώρος γύρω τους ήταν υγρός και σκοτεινός. Το κόκκινο φως του ουρανού έμπαινε και εδώ από κάτι περίεργες χωμάτινες καμπύλες. Έπεφτε πάνω στα υγρά τοιχώματα δημιουργώντας τρελές, εφιαλτικές εικόνες. Γύρισαν τα κεφάλια τους ολόγυρα προσπαθώντας να εξερευνήσουν το μέρος που βρίσκονταν. Δεν έβλεπαν πουθενά το φάντασμα που τους οδήγησε εδώ. Ξαφνικά ακούστηκε μια μεταλλική ηχώ, θύμιζε αλυσίδες που κουνιούνται, ερχόταν από το βάθος. Προχώρησαν προς το μέρος του ερχόταν ο ήχος με προσοχή ώστε να αποφύγουν τις υδάτινες λακκούβες του εδάφους. Καθώς πλησίαζαν η μορφολογία του χώρου άρχισε να αλλάζει. Τοίχοι από το πουθενά άρχισαν να σχηματίζονται και να δημιουργούν ένα είδος πύλης. Ξαφνικά μπροστά τους δημιουργήθηκε μία κλειστή πόρτα. Κοντοστάθηκαν για λίγο έξω από την πόρτα που μόλις είχε δημιουργηθεί μπροστά τους. Κοιτάχτηκαν στα μάτια, είχαν μετανιώσει και οι δύο που είχαν αποφασίσει να έρθουν εδώ. Τώρα όμως ήταν πολύ αργά, είχαν αναλάβει μία αποστολή και έπρεπε να την φέρουν εις πέρας. Από τα σακίδιά τους βγάλαν τα ρόπαλα τους και γύρισαν το πόμολο της πόρτας. Βρέθηκαν σε ένα χώρο όλον φωτισμένο από το ίδιο κόκκινο φως. Κοιτάξαν επάνω για να δουν από που ερχόταν ο μεταλλικός ήχος. Δεν μπορούσαν να δουν τίποτα, το μόνο που μπορούσαν να διακρίνουν ήταν κομμάτια, όπως φαινόταν, από ρίζες δέντρων. Λίγο πιο πέρα μπορούσαν να διακρίνουν δύο αιωρούμενες μορφές. Υπέθεσαν πως μπορεί να είναι το φάντασμα του Τζέιμς. Καθώς ‘όμως πλησίαζαν ξανάκουσαν τον ίδιο μεταλλικό ήχο. Όταν έφτασαν στο σημείο που ερχόταν κοίταξαν ψηλά. Οι αιωρούμενες μορφές που έβλεπαν από μακριά ήταν τελικά δύο κλουβιά, ο μεταλλικός ήχος έβγαινε από τις αλυσίδες που τα κράταγε. Μέσα στα κλουβιά ήταν δύο παιδιά. Δεν μιλούσαν ούτε κουνιόντουσαν. Στεκόντουσαν όρθια με κλειστά τα μάτια, έμοιαζαν να είναι ναρκωμένα και να τα κρατάει μια αόρατη κλωστή. Τα πρόσωπά τους ήταν γνωστά, ήταν τα δύο παιδιά που είχαν χαθεί την προηγούμενη βδομάδα.
 Πίσω από τα δύο κλουβιά ξεκινούσε μια βαθιά σήραγγα. Διάφοροι ανατριχιαστικοί ήχοι έφταναν στα αυτιά τους. Προχώρησαν προς το εσωτερικό της σήραγγάς. Οι παλάμες τους είχαν πάρει ένα έντονο άσπρο χρώμα από την πίεση που ασκούσαν στα ρόπαλα. Στα πλαϊνά τοιχώματα της σήραγγάς υπήρχαν πεταμένα διάφορα πράγματα τα οποία έμοιαζαν με στολές. Πλησίασαν και είδαν πως αυτές οι υποτιθέμενες στολές στην πραγματικότητα ήταν ανθρώπινα περιβλήματα παιδιών. Περιβλήματα τελείως αποστραγγισμένα, όπως ακριβώς τους είχε πει ο Τζέιμς, παρατημένα σε τέλεια σειρά, λες και πρόκειται για κάποιο είδος νεκροταφείου. Η σήραγγα τελικά τους έβγαλε μπροστά από μία ακόμα πόρτα. Από πίσω ακουγόταν τώρα καθαρά ένας δυνατός ήχος ρουφήγματος. Άνοιξαν την πόρτα και είδαν μπροστά τους το κακό. Ήταν μία τεράστια οντότητα αποτελούμενη από διάφορα κινούμενα μπαλώματα. Αυτά έδειχναν εικόνες και ιστορίες, όλες μαζί δημιουργούσαν ένα φανταστικό ψηφιδωτό που αποτελούσαν το σώμα του. Ώστε αυτός ήταν ο Κλέφτης της Φαντασίας. Εκείνη την στιγμή στα ψηφιδωτά του χέρια κρατούσε ένα παιδί. Το κρατούσε και ρουφούσε απ’ το κεφάλι του εικόνες, οι οποίες ενσωματώνονταν στο περίεργο ψηφιδωτό του σώμα.
   Η παρουσία τους έγινε αντιληπτή απ’ τον Κλέφτη της Φαντασίας. Πέταξε το αποστραγγισμένο κουφάρι του παιδιού και με μία αστραπιαία κίνηση έφτασε μπροστά τους. Ο Τζακ και ο Ντρέικ με όσο θάρρος μπόρεσαν να βρουν μέσα τους ύψωσαν τα ρόπαλα τους και άρχισαν να τα κουνάνε. Ένα τρομακτικό γέλιο ακούστηκε.
«Νομίζετε πως μπορείτε να με σκοτώσετε με τα ανίσχυρα ρόπαλά σας;», είπε η οντότητα και με μία αόρατη κίνηση πέταξε τον Ντρέικ μακριά. Ο Ντρέικ χτύπησε το κεφάλι του πάνω στον τοίχο και έπεσε αναίσθητος στο πάτωμα. Η οντότητα με μία ακόμα αόρατη κίνηση έπιασε δυνατά από την μέση τον Τζακ. Ο Τζακ προσπαθούσε να ελευθερωθεί από την λαβή. Έριχνε μπουνιές πάνω στην οντότητα. Τα χέρια διαπερνούσαν το ψηφιδωτό σώμα, δημιουργώντας κυματισμούς, χωρίς όμως να κάνουν τίποτα.
«Δεν μπορείς να με σταματήσεις εμένα! Δεν έχεις πλέον φαντασία για να το κάνεις αυτό, ανήκει σε μένα τώρα».
Ο Τζακ είχε παραιτηθεί, οι δυνάμεις του τον είχαν εγκαταλείψει. Η οντότητα άρχισε να τον ρουφάει. Εκείνη την στιγμή ο Ντρέικ άρχισε να συνέρχεται. Είδε την οντότητα να ρουφάει τις εικόνες του μυαλού του Τζακ, κάτι έπρεπε να κάνει. Σηκώθηκε και έψαξε στην τσάντα του, είχαν μείνει οι μεταλλικές μπίλιες και η σφεντόνα του. Σημάδεψε την οντότητα και πέταξε την μπίλια. Διαπέρασε το ψηφιδωτό σώμα χωρίς να κάνει τίποτα. Σκέφτηκε τότε πως για να καταστρέψει αυτή την οντότητα θα χρειαζόταν να χρησιμοποιήσει όλα τα αποθέματα της δημιουργικής του φαντασίας. Σήκωσε πάλι την σφεντόνα του και σημάδεψε την οντότητα. Αυτή τη φορά φαντάστηκε πως κρατούσε μία μεγάλη βαλλίστρα, όπως αυτές που διάβαζε στα βιβλία που είχε. Έριξε την μπίλια και παρακολουθούσε την πορεία της με αγωνία. Η μπίλια αυτή την φορά διαπέρασε το ψηφιδωτό σώμα δημιουργώντας ένα σκίσιμο. Η οντότητα έβγαλε μία δυνατή κραυγή πόνου και το ψηφιδωτό άρχισε να διαλύετε. Ο Τζακ έπεσε κάτω και όλες οι εικόνες άρχισαν να επιστρέφουν στο μυαλό του. Μία μεγάλη δύνη από τις υπόλοιπες εικόνες δημιουργήθηκε η οποία τους παρέσυρε μαζί της, μαζί και  τα δύο χαμένα παιδιά. Η δύνη τους άφησε όλους μαζί στην είσοδο του εργοστασίου, δίπλα ακριβώς απ’ το νεκροταφείο χωρίς σταυρούς. Ο Τζακ και τα δύο παιδιά παρέμειναν αναίσθητοι στο έδαφος. Ο Ντρέικ είχε σηκωθεί, απ’ το έδαφος έβγαιναν τα φαντάσματα όλων των αποστραγγισμένων σωμάτων που είχαν δει στην υπόγεια σήραγγα, τα σώματα που είχε αποστραγγίσει ο Κλέφτης της Φαντασίας. Το τελευταίο που βγήκε ήταν αυτό του Τζέιμς. Στάθηκε για λίγο πάνω απ’ τον Ντρέικ και τον ευχαρίστησε. Καθώς έφευγε και αυτός το τοπίο άλλαξε τελείως, επανήλθε στην κανονική του μορφή και ένας πολύ καυτός ήλιος έκανε την εμφάνιση του. Ο Ντρέικ πήγε δίπλα στο Τζακ, που είχε συνέλθει, και μαζί κοίταξαν ψηλά τον ήλιο. Το κακό είχε νικηθεί, η φαντασία τους το είχε νικήσει.


                                                              Τέλος

Το κυνήγι του δαίμονα - Μέρος 5ο

Μέρος 5ο: Το αναπάντεχο, τελικό κομμάτι του παζλ και ο αέναος κύκλος Κυριακή 15:30μμ Είχε αρχίσει να προχωράει γρήγορα τώρα μι...

Popular